Ο Στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης


ipsilantis


Ο Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) ήταν στρατιωτικός και αγωνιστής της επανάστασης του 1821.

Γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, δραγουμάνου του Τουρκικού στόλου και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας. Στάλθηκε στην Γαλλία για να σπουδάσει σε στρατιωτικές σχολές και στη συνέχεια κατατάχθηκε στην αυτοκρατορική φρουρά του Τσάρου στην Πετρούπολη, φτάνοντας έως τον βαθμό του λοχαγού. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία.

Με την έναρξη της επανάστασης ανέλαβε να αντιπροσωπεύσει τον αδερφό του, Αλέξανδρο Υψηλάντη, ως πληρεξούσιος του Γενικού επιτρόπου Αρχής στην Πελοπόννησο. Στις 20 Ιουνίου του 1821 ανέλαβε την αρχιστρατηγία των επαναστατών και προσπάθησε να οργανώσει τακτικό στρατό. Η προσπάθεια του όμως να περιορίσει την ισχύ των κοτζαμπάσηδων είχε σαν αποτέλεσμα την εκδίωξη του. Ο λαός όμως απαίτησε την αποκατάσταση του και ύστερα από προσπάθειες του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη επανήλθε στην αρχική του θέση. Στις 20 Δεκεμβρίου 1821 άρχισε τις εργασίες της η A Εθνική Συνέλευση και στις 15 Ιανουαρίου 1822 εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ο Υψηλάντης εκπροσώπησε κυρίως την πλευρά των δημοκρατικών και ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα. Με την έλευση του Καποδίστρια ο Δημήτριος Υψηλάντης διορίστηκε στρατάρχης του στρατού και ανέλαβε την οργάνωση του και την μετατροπή του σε τακτικό στρατό με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Απεβίωσε στις 5 Αυγούστου 1832 στο Ναύπλιο.